σύμψυχος

σύμψυχος
-η, -ο / σύμψυχος, -ον, ΝΜΑ, και σύψυχος Ν
νεοελλ.-μσν.
αύτανδρος («το καράβι βούλιαξε σύψυχο»)
αρχ.
1. αυτός που έχει το ίδιο φρόνημα με κάποιον άλλον («ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν άγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῡντες», ΚΔ)
2. ο ενωμένος κατά την ψυχή.
επίρρ...
σύψυχα Ν
κατά τρόπο σύμψυχο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + -ψυχος (< ψυχή), πρβλ. ἔμ-ψυχος, κατά-ψυχος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σύμψυχος — σύμψῡχος , σύμψυχος of one mind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμψυχον — σύμψῡχον , σύμψυχος of one mind masc/fem acc sg σύμψῡχον , σύμψυχος of one mind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμψυχία — ἡ, ΜΑ [σύμψυχος] σύμπνοια …   Dictionary of Greek

  • συμψυχώ — όω, Μ [σύμψυχος]. ενώνω με την ψυχή …   Dictionary of Greek

  • σύψυχα — Ν επίρρ. βλ. σύμψυχος …   Dictionary of Greek

  • σύψυχος — η, ο, Ν βλ. σύμψυχος …   Dictionary of Greek

  • ψυχή — I Λεπιδόπτερο έντομο της οικογένειας των ψυχιδών. Το γένος αυτό αριθμεί πολλά είδη, που ζουν κυρίως στην Ευρώπη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ψ. είναι ο γεννητικός του διμορφισμός. Τα αρσενικά έχουν φτερά και χνουδωτό σώμα και πετούν συχνά… …   Dictionary of Greek

  • συμψύχοις — συμψύ̱χοις , σύμψυχος of one mind masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμψύχου — συμψύ̱χου , σύμψυχος of one mind masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμψύχους — συμψύ̱χους , σύμψυχος of one mind masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”